ΠΟΥ ΠΑΕΙ Η ΕΥΡΩΠΗ;
του Γιώργου Μπακατσιάνου *
Οι μεταλλάξεις της ευρωπαϊκής συνεργασίας μπροστά στην κρίση
Eνώ ο δημόσιος βίος της χώρας είναι απορροφημένος σε μια από τις βαθύτερες και συνθετότερες κρίσεις της μεταπολεμικής ιστορίας του, στον ευρωπαϊκό χώρο σημειώνονται κρίσιμες διεργασίες, ιδιαίτερα μετά την οριστικοποίηση του μηχανισμού στήριξης υπέρ των «αδύναμων κρίκων» (αρχές Μαΐου), οι οποίες, εκτός από τον επανακαθορισμό της φυσιογνωμίας του ευρωπαϊκού συστήματος συνεργασίας, πρόκειται να προσδιορίσουν και την ελληνική θέση/ρόλο σε αυτό.
Πρόσφατες εξελίξεις και νέα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά
Μετά την «κόπωση» της μεγάλης προς ανατολάς διεύρυνσης και τις περιπέτειες του «ευρωσυντάγματος» (που κατέληξε στη Συνθήκη της Λισαβόνας), η κορύφωση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το φθινόπωρο του 2008, αποκάλυψε την αμηχανία της πολιτικής ηγεσίας της ΕΕ και την αδυναμία της να διαμορφώσει έναν κοινό προσανατολισμό των δράσεών της.
Η Ευρώπη παρέμεινε αναδιπλωμένη σε εθνικές επιλογές χωρίς μια συνεκτική αντιμετώπιση όχι μόνο της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των συνεπειών της στην πραγματική οικονομία (αν εξαιρέσει κανείς τη μείωση των επιτοκίων και την παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ), αλλά και των ευρύτερων –κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος– μεγάλων προκλήσεων του παγκόσμιου ανταγωνισμού, των γεωπολιτικών ανακατατάξεων, του ενεργειακού, του μεταναστευτικού, της γήρανσης του πληθυσμού…
Η απραξία της ΕΕ κατέστη εμφανέστερη έναντι του «ελληνικού ζητήματος», για το οποίο αρνήθηκε να τοποθετηθεί έγκαιρα, οχυρωθείσα πίσω από την αρχή της μη διάσωσης ενός κράτους-μέλους της (βάσει άρθ. 125, της Συνθήκης της Λισαβόνας) με κύρια ευθύνη την παρελκυστική πολιτική της Γερμανίας της κυρίας Μέρκελ. Χρειάστηκε να επεκταθεί η δημοσιονομική κρίση και οι κερδοσκοπικές επιθέσεις και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, επαπειλώντας την κατάρρευση του ίδιου του ευρώ, για να παρακαμφθούν οι νομικές αγκυλώσεις και να «ανακαλυφθούν» οι «έκτακτες περιστάσεις» (άρθ. 122), ώστε να αποφασιστεί ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης σε συνεργασία με το ΔΝΤ (συνολικής χρηματοδοτικής δυνατότητας 1 τρις ευρώ) προς ενεργοποίηση υπέρ όσων δυσκολεύονται να δανειστούν από τις χρηματαγορές. Παράλληλα, όμως, και ενώ η ίδια η ΕΚΤ ακύρωνε το νομισματικό δογματισμό του Μάαστριχτ με απευθείας αποδοχή των κρατικών ομολόγων (χρηματοδότηση δημοσίου χρέους), η κυρία Μέρκελ υπεδείκνυε το δημοσιονομικό της δογματισμό προτείνοντας περαιτέρω αυστηροποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας, ιδιαίτερα στο σκέλος των κυρώσεων για τους παραβάτες: περικοπές κοινοτικών κονδυλίων, αναστολή δικαιώματος ψήφου, ακόμα και «ελεγχόμενη πτώχευση»/αποπομπή από την Ευρωζώνη.
Η γενίκευση της κρίσης υπήρξε ο καταλύτης για να αναδειχθούν τρία –κατά τη γνώμη μας– κύρια χαρακτηριστικά του ευρωπαϊκού συστήματος: α) τα σαθρά θεσμικά θεμέλια της νομισματικής ένωσης, β) το ρήγμα του γαλλο-γερμανικού άξονα με τον επανακαθορισμό της ευρωπαϊκής στρατηγικής της Γερμανίας, τόσο στο γεωπολιτικό πεδίο (όχι τυχαία πρόσφατη ενίσχυση διμερούς συνεργασίας με Ρωσία σε τομείς οικονομίας και ασφάλειας) όσο και σε επίπεδο οικονομικής φιλοσοφίας (εξαγωγικό μοντέλο με περιοριστικό δημοσιονομικό προσανατολισμό/εσωτερική υποτίμηση, έναντι του γαλλικού προσανατολισμού υπέρ της τόνωσης της ζήτησης) και γ) αδυναμία επίτευξης πραγματικής σύγκλισης/συνοχής με τη διαιώνιση των ασυμμετριών/αποκλίσεων των επιπέδων ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών.
Συνεπώς, ο κερδοσκοπικός πόλεμος με τις όποιες γεωοικονομικές/γεωπολιτικές σκοπιμότητες παραβίασε ανοιχτές θύρες εξαιτίας της ύπαρξης διαφοροποιημένων εθνικών προσανατολισμών και απουσίας ενιαίας πολιτικής βούλησης.
Μπροστά στην επείγουσα ανάγκη διαχείρισης της κρίσης, η ΕΕ επιχειρεί να ανασυνταχθεί με βάση την ολοκλήρωση του μηχανισμού στήριξης/Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης, τον έλεγχο των –εν πολλοίς σχετιζόμενων με κερδοσκοπικά παίγνια– οίκων αξιολόγησης, καθώς και την εισαγωγή κανόνων εποπτείας/μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Προπαντός, όμως, ανασύρει την παλαιότερη ιδέα περί οικονομικής διακυβέρνησης, στη βάση συναφών προτάσεων της Γερμανίας και της Επιτροπής, οι οποίες, αν και χαρακτηρίζονται από σειρά αντιφάσεων, κυοφορούν σοβαρές αλλαγές στη συνολική οργάνωση και λειτουργία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Αντιφάσεις και όρια της οικονομικής διακυβέρνησης
Καταρχάς έχει καταστεί πλέον κοινός τόπος ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μια νομισματική ένωση χωρίς –τουλάχιστον– δημοσιονομική, αλλά και –ευρύτερα– οικονομική, αν όχι και πολιτική ένωση. Εν προκειμένω, η οικονομική διακυβέρνηση έχει τεθεί υπό την έννοια του συμπληρώματος του αναπτυγμένου και υπερεθνικού «νομισματικού» σκέλους της ΟΝΕ με ένα στενό συντονισμό των εθνικών μακροοικονομικών πολιτικών και πρωτίστως των δημοσιονομικών. Η αρχική –και διαχρονική– γαλλική θέση περί πολιτικού ελέγχου, δημιουργίας μόνιμης Γραμματείας της ΕΚΤ, αλλά και με αναφορά στα 16 κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, υποχώρησε υπέρ της γερμανικής θέσης περί χαλαρού σχήματος συνεργασίας των «27», το οποίο, αφενός, εμφανίζεται να αποτρέπει (τυπικά) τη θεσμοθέτηση δύο/πολλών ταχυτήτων, αφετέρου, δεν διευκολύνει (πρακτικά) τη δημιουργία ενός αναγκαίου πυρήνα καθοδήγησης της οικονομικοπολιτικής συνεργασίας. Κατ’ ουσία δεν πρόκειται για το «όμικρον» της ΟΝΕ ούτε έστω για κοινή δημοσιονομική πολιτική (εγκαθίδρυση υπερεθνικής Αρχής που θα διαχειριζόταν κοινή φορολογική πολιτική και πολιτική δημοσίων επενδύσεων, με ισχυρό και αναδιανεμητικό προϋπολογισμό), αλλά για απόπειρα δημοσιονομικού συντονισμού, στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη-μέλη θα διατηρούν τη δημοσιονομική τους κυριαρχία. Άλλωστε, ο προωθούμενος προέλεγχος των κρατικών προϋπολογισμών θα διεξάγεται στο «διακυβερνητικό» Ecofin, ενώ η αρμοδιότητα της φορολογίας και της διαχείρισης των πόρων θα εξακολουθήσει να υπάγεται στις οικείες εθνικές Αρχές. Αντιφατικές, επίσης, όψεις αναδεικνύει η αυστηροποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας, το οποίο, αντί να ενθαρρύνει την προσπάθεια και να παρέχει εύλογο χρόνο προσαρμογής, προκρίνει την τιμωρία με ευρύτερες και σχεδόν αυτόματες περικοπές κονδυλίων από τους πιο αδύναμους, διαγράφοντας έτσι την αρχή της «αλληλεγγύης» από το κοινοτικό λεξιλόγιο. Το δε ενδεχόμενο αναστολής του δικαιώματος ψήφου, πολλώ δε μάλλον αποπομπής από την Ευρωζώνη, εγείρει θέμα αναθεώρησης της νεοπαγούς Συνθήκης της Λισαβόνας, ενδεχόμενο το οποίο δεν τυγχάνει ασφαλώς θερμής υποδοχής.
Όπως προκύπτει, η προτεινόμενη οικονομική διακυβέρνηση συνιστά περιορισμένη θεσμική εμπλαισίωση της ΟΝΕ και δεν καλύπτει βεβαίως το σύνολο των μακροοικονομικών πολιτικών (π.χ. την εισοδηματική, αλλά και τις συναφείς κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές). Σε καμία, δε, περίπτωση δεν απαντά στο πολιτικό και δημοκρατικό της έλλειμμα, το οποίο θα μπορούσε να θεραπευτεί μόνο στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής προοπτικής που με τα σημερινά δεδομένα κινείται στο χώρο της ουτοπίας. Έτσι, δεν αποκλείεται να ξαναγίνει ανεκτή στο μέλλον η εμπειρία του 2004-2005, όταν η υπέρβαση του επιτρεπόμενου ελλείμματος από τη Γερμανία και τη Γαλλία οδήγησε απλώς στην ελαστικοποίηση του Σύμφωνου, ενώ μια μικρή χώρα για ανάλογη παράβαση να τιμωρείται αυστηρά (!).
Τέλος, η οικονομική διακυβέρνηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη θεσμική της διάσταση και να αποσιωπάται το περιεχόμενο της οικονομικής/κοινωνικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, να προκρίνεται η μονόπλευρη δημοσιονομική πειθαρχία, για καθησυχασμό των αγορών, χωρίς κοινή οικονομική στρατηγική και μάλιστα στη βάση ενός πιο ισορροπημένου μείγματος που θα έθετε τη χρηματοπιστωτική οικονομία στην υπηρεσία μιας βιώσιμης ανάπτυξης και θα επανέφερε στο προσκήνιο την πολιτική/ρυθμιστικό ρόλο του κράτους για να στηρίξει την παραγωγή, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή, ως προϋποθέσεις για την πραγματική θωράκιση του κοινού νομίσματος αλλά και της πολυπόθητης ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας συνολικά. Κι αυτό διότι μπορεί να είναι κατανοητή, στην παρούσα συγκυρία, η κριτική στον κεϋνσιανού χαρακτήρα δημοσιονομικό επεκτατισμό και η ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαρθρωτικών αλλαγών ως απάντηση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, από την άλλη όμως πλευρά είναι παράλογο η Ευρώπη των συνθέσεων να μην μπορέσει να εκπονήσει ένα πανευρωπαϊκό πρόγραμμα χρηματοδότησης υποδομών (δημοσίων και ιδιωτικών) για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της ανάκαμψης.
Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, όταν αυτή εξέλθει από την τριμερή εποπτεία (ευελπιστούμε το συντομότερο), προβλέπεται –σύμφωνα με τις δρομολογηθείσες αλλαγές στην ΕΕ– να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα αυστηρότερο πλαίσιο κανόνων ελέγχου της οικονομίας της, αν δεν έχουν μέχρι τότε υπάρξει δραματικότερες μεταλλάξεις της Ευρωζώνης. Ο σημερινός συντηρητικός πολιτικός συσχετισμός και τα διαφοροποιημένα οικονομικά συμφέροντα στην ΕΕ δυσχεραίνουν τις συγκλίσεις θέσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων χωρών. Προς τούτο απαιτείται συστηματική διερεύνηση του πολύπλοκου ευρωπαϊκού τοπίου, ώστε να μπορέσουν να οικοδομηθούν οι εξαιρετικά απαραίτητες για τη χώρα μας νέες συμμαχίες.
* Ο δρ. Γιώργος Μπακατσιάνος είναι πρεσβευτής – εμπειρογνώμων του υπουργείου Εξωτερικών.




