ΚΑΣΟΣ: O θησαυρός των πειρατών

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΜΠΙΛΗΣ

Ο μύθος λέει πως οι πειρατές διαλέγουν απόμερα και ήσυχα νησιά για να κρύψουν τους θησαυρούς τους. Αυτό συνέβη και με την Κάσο, με τη μόνη διαφορά ότι το ίδιο το νησί είναι ο θησαυρός. Η Κάσος, το μικρό νησί στο νοτιότερο άκρο του Ανατολικού Αιγαίου, δεν θέλησε να μοιάσει πουθενά· αφομοίωσε με τον καλύτερο τρόπο τις διαφορετικές παραδόσεις που την περιτριγυρίζουν, έφτιαξε δικές της και τράβηξε από τους ναυτικούς της τα «αποτυπώματα» των ταξιδιών τους.

Η Κάσος είναι ένα μικρό νησί 64 τετραγωνικών χιλιομέτρων και ο πληθυσμός της δεν ξεπερνά τους 1.000 κατοίκους. Βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από την Κάρπαθο και βορειοανατολικά της Σητείας και της Κρήτης. Η Κάσος ανήκει στην Επαρχία Καρπάθου, του Νομού Δωδεκανήσων.

Αποφασίσαμε να ταξιδέψουμε με το πλοίο της γραμμής για να φτάσουμε στο νησί. Όταν ήμασταν πιο νέοι δεν μας τρόμαζαν τα μεγάλα ταξίδια, αφού με ένα sleeping bag και ένα υπόστρωμα «πιάναμε» κατάστρωμα και κοιμόμαστε στο ωραιότερο ξενοδοχείο του κόσμου, στο «Ξενοδοχείο τ’ Αστέρια»! Μετά από 23 ώρες ταξίδι και περνώντας από διάφορα νησιά των Κυκλάδων και την Κρήτη, ξαφνικά ξεπρόβαλαν οι ορεινοί όγκοι της Κάσου. Δεν σας κρύβω ότι η πρώτη εικόνα μάς έδωσε την εντύπωση ενός άγονου και ξερού νησιού, χωρίς αυτό να αποτελεί κατ’ ανάγκη απογοήτευση, αφού είμαστε συνηθισμένοι στο άγονο τοπίο των ελληνικών νησιών. Σιγά σιγά ξεπρόβαλαν τα πρώτα σπίτια της Κάσου και, περνώντας το πλοίο πολύ κοντά, διακρίναμε το γραφικό μικρό λιμάνι της Μπούκας και όμορφα σπίτια καπεταναίων που ανακαινίζονταν για να υποδεχτούν τους ιδιοκτήτες τους.

Είχαμε κλείσει δωμάτια σε ένα από τα δύο καταλύματα που μπορεί να φιλοξενηθεί κανείς, στο Φρυ, το λιμάνι της Κάσου, όπου και μας υποδέχτηκε ο ιδιοκτήτης με χαμόγελο λέγοντάς μας πως διαλέξαμε καλή περίοδο και είμαστε τυχεροί που βρήκαμε δωμάτιο, αφού οι απανταχού Κασιώτες κλείνουν από πολύ νωρίς τα λίγα δωμάτια που υπάρχουν στο νησί. Είχαμε την ευτυχή συγκυρία να μας περιμένει στο νησί ένας φίλος και να μας ξεναγήσει σε σημεία και περιοχές στα οποία μόνοι μας δεν θα πηγαίναμε.

Τα πέντε χωριά που απαρτίζουν το Δήμο Κάσου είναι το Φρυ, η Αγία Μαρίνα –το μεγαλύτερο χωριό του νησιού–, η Παναγία πάνω από το Εμπορειό, το Πόλι και το Αρβανιτοχώρι. Όταν φτάσαμε στο νησί είχε αέρα και πραγματικά ένιωθες και φανταζόσουν το χτύπημα του ανέμου ειδικά τους δύσκολους μήνες της χειμερινής περιόδου. Αφού εγκατασταθήκαμε και θέλοντας να βγάλουμε από πάνω μας τη μυρωδιά του καραβιού, ρίξαμε μια βουτιά στη μικρή παραλία που βρίσκεται δεξιά του λιμανιού που ακόμα και με κύματα ήταν γαλαζοπράσινη.

Στο λιμανάκι της Μπούκας

Φυσικά δεν περιμέναμε η Κάσος να έχει έντονη νυχτερινή ζωή, αλλά εμείς ντυθήκαμε, αρωματιστήκαμε και πήγαμε τη βόλτα μας προς το λιμανάκι της Μπούκας. Ο φίλος μας ο Ηρακλής μας περίμενε έχοντας προνοήσει για εμάς και, όπως ήμασταν κουρασμένοι και πεινασμένοι από το ταξίδι, καθίσαμε στο Μύλο, όπου ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή με τις κασιώτικες λιχουδιές. «Κορωνίδα» είναι τα ντολμαδάκια, τα πιο μικρά και τα πιο νόστιμα που έχετε δοκιμάσει ποτέ. Μας εξήγησαν ότι υπάρχουν οι «τυλίχτρες», γυναίκες που ασχολούνται επαγγελματικά με το τύλιγμα αυτών των μικροσκοπικών και γευστικότατων εδεσμάτων. Εκτός από τα ντολμαδάκια, ως ορεκτικό φάγαμε και την περιβόητη συμιακή γαρίδα, αυτά τα μικροσκοπικά γαριδάκια που γλυκαίνουν κυριολεκτικά το στόμα. Το κυρίως μενού που είχε επιμεληθεί ο Ηρακλής περιελάμβανε λούτσους και ροΐκια. Οι λούτσοι, όπως ξέρετε, είναι ένα γευστικό ψάρι που τρώγεται ψημένο στα κάρβουνα και τα ροΐκια ένα τοπικό είδος αγριόχορτου που το όνομά τους είναι παράφραση του ραδικιού. Ο ιδιοκτήτης μάς έκοψε και σαλάτες με μικροσκοπικά ζαρζαβατικά από τον μπαξέ του, που διάνθισαν χρωματικά και γευστικά το ντεκόρ του τραπεζιού. Αν και κουρασμένοι, μπήκαμε στον πειρασμό να πιούμε κι ένα ποτό πριν πάμε να ξεκουραστούμε και επιλέξαμε το ένα από τα δύο μπαράκια του Φρυ, το ομόηχο «Free», έχοντας θέα το μικρό λιμάνι της Μπούκας.

Το επόμενο πρωί ο αέρας φυσούσε πάλι δυνατά και για να απολαύσουμε τον καφέ μας χωρίς να μας χτυπά ο ήλιος και ο αέρας πήγαμε στο «Γλυκότοπο του Γιάννη». Εκτός από τον καφέ, παραγγείλαμε και τα φοβερά κασιώτικα πιτάκια με τη μυζήθρα και για να κλείσουμε το πρωινό μας φάγαμε ζεστούς λουκουμάδες. Όπως συμβαίνει σε κάθε μικρό τόπο, στην αρχή οι άνθρωποι προσπαθούν να είναι διακριτικοί, αλλά εάν υπάρχει καλή διάθεση απ’ όλους σιγά σιγά όλο το νησί γίνεται ένα. Έτσι κι εμείς πιάσαμε κουβέντα με τον Γιάννη, έναν νέο που επέλεξε να γυρίσει στο νησί και να ανοίξει το ζαχαροπλαστείο-μπαρ. Το καλοκαίρι ζει από τους τουρίστες και το χειμώνα από τους δημόσιους υπάλληλους και καθηγητές και φυσικά τους ντόπιους. Είχαμε πάρει μαζί μας κι ένα βιβλίο, αλλά ρωτήσαμε τους «γείτονές» μας στο τραπέζι για να μάθουμε την πλούσια ιστορία του νησιού.

Ο Όμηρος την αναφέρει στην Ιλιάδα με αφορμή τον Τρωικό Πόλεμο και οι Κάσιοι απαντώνται στους φορολογικούς καταλόγους της Αθηναϊκής Συμμαχίας τον 5ο αιώνα π.Χ. Το 1207 η Κάσος καταλήφθηκε από τους Ενετούς που είχαν ως βάση την Κρήτη και το 1537 από τους Τούρκους. Οι Κασιώτες όμως έναντι ετήσιου φόρου στο σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή κέρδισαν την αυτοδιοίκησή τους. Αυτό τους βοήθησε πάρα πολύ να αναπτύξουν τη δική τους οικονομία, η οποία όπως είναι φυσικό είχε σχέση με τη θάλασσα. Οι περισσότεροι έγιναν καραβοκύρηδες, όρος που στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα σήμαινε τον καπετάνιο και τον εφοπλιστή μαζί. Ασχολήθηκαν με το εμπόριο, κυρίως με την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και το νησί πλούτισε.

Η Επανάσταση του 1821 βρίσκει την Κάσο να κατέχει ένα σημαντικό στόλο που θα τον χρησιμοποιήσουν στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Στη διάρκεια της επανάστασης και συγκεκριμένα το 1824, στα τέλη Μαΐου αρχές Ιουνίου, ο αιγυπτιακός στόλος εισβάλλει στο νησί, το καίει και το λεηλατεί. Περίπου 2.000 Κασιώτες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, έχασαν τη ζωή τους και το νησί ερήμωσε για μεγάλο διάστημα. Είναι το περιβόητο ολοκαύτωμα της Κάσου. Η Κάσος όμως ακολουθεί αργότερα και την τύχη των υπόλοιπων Δωδεκανήσων και παραμένει υπό τουρκική διοίκηση και κατοχή μέχρι το 1912 οπότε την καταλαμβάνουν οι Ιταλοί. Θα απελευθερωθεί μαζί με τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα και θα ενσωματωθεί στην ελληνική επικράτεια στις 7 Μαρτίου του 1947. Η Κάσος στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν ένα νησί που το λυμαίνονταν οι πειρατές, αλλά πολλές φορές αποτελούσε και καταφύγιό τους.

Για το πρωινό μας μπάνιο επιλέξαμε τη βραχώδη παραλία που βρίσκεται αριστερά του λιμανιού και ευχαριστηθήκαμε απίθανες βουτιές. Μέχρι και από την προβλήτα του λιμανιού βουτούσαμε από ένα ύψος γύρω στα 2,5 μέτρα. Εκτός όμως από τη γαλαζοπράσινη εξωτερική όψη των νερών, όταν βάλαμε μάσκες και βατραχοπέδιλα εξερευνήσαμε το βυθό. Ήταν σαν να βρισκόμαστε σε ενυδρείο. Το πιο χαρακτηριστικό ψάρι ήταν ο «γερμανός», ένα ψάρι με μια περίεργα διχαλωτή ουρά που το χρώμα του ήταν κυρίως άσπρο. Αφού τελειώσαμε το μπάνιο μας, ανεβήκαμε για να απολαύσουμε το μεσημεριανό ούζο μας στην ταβέρνα «Η Ωραία Μπούκα» ή αλλιώς το «Στέκι της Σοφίας».

Η πρώτη μας εξόρμηση από το λιμάνι ήταν να πάμε για μπάνιο στην περίφημη παραλία Χέλατρο, ένα φυσικό λιμάνι στα νότια του νησιού. Φανταστικά νερά στην πιο παγωμένη θάλασσα που έχουμε κολυμπήσει ποτέ. Όταν βγήκαμε, είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει· τότε μας περίμενε μια έκπληξη: Στους πάγκους που υπάρχουν έξω από την παραλία για να μπορούν όσοι θέλουν να συνδυάζουν την εκδρομή τους στην ερημική παραλία με φαγητό, μας περίμενε η άλλη σπεσιαλιτέ του νησιού, οι «μακαρούνες με τη σιτάκα». Ο φίλος μας ο Ηρακλής παρακάλεσε τον καλό φύλακα του μοναστηριού του Αγίου Μάμα να μας ετοιμάσει αυτό το «λιπαρό» αλλά εξαιρετικά νόστιμο πιάτο. Υποσχεθήκαμε ότι την άλλη μέρα θα επισκεπτόμασταν τον άγιο.

Με θέα το πέλαγος

Αυτό και κάναμε. Το μοναστήρι του Άγιου Μάμα έχει θέα όλο το πέλαγος που οδηγεί στο Λεβάντε και την Αίγυπτο. Περιποιημένο, ασβεστωμένο και με μωσαϊκό από μικρά βότσαλα μας περίμενε, όπου αφού προσκυνήσαμε την εικόνα του αγίου Μάμα –τη γιορτάζουν με πανηγύρι στις 1 και 2 Σεπτεμβρίου–, φτιάξαμε τον καφέ μας στην κουζίνα του μοναστηριού με το καμινέτο. Το βράδυ μας περίμενε μια δεύτερη έκπληξη. Η Κάσος είναι φημισμένη για τα μητάτα της. Τα μικρά αυτά κτίσματα βρίσκονται συνήθως σε ορεινές περιοχές και αποτελούν την έδρα των βοσκών και τους χώρους όπου παρασκευάζονται τα περιώνυμα γαλακτοκομικά προϊόντα της Κάσου. Εκεί φτιάχνεται και η σιτάκα, αυτό το προϊόν που είναι κάτι ανάμεσα σε τυρί και βούτυρο, το οποίο καλό θα είναι να αποφεύγουν όσοι πάσχουν από χοληστερίνη. Φυσικά εμείς δεν μείναμε σε ένα κανονικό μητάτο, αλλά σε ένα ανακαινισμένο στην κορυφή ενός από τους λόφους της Κάσου.

Είχαμε την τύχη το βράδυ να παρατηρήσουμε τον έναστρο ουρανό με τηλεσκόπιο και να αφεθούμε στη μαγεία της σιγαλιάς. Ξυπνήσαμε το πρωί λίγο πιασμένοι από τη «στρωματσάδα» και πριν πιάσει ο ήλιος περπατήσαμε σε ένα σεληνιακό τοπίο που οι ντόπιοι το αποκαλούν «Σκάφη», αναζητώντας μια αρχαία πινακίδα κλασικής εποχής που έγραφε «Χαίρετε θεοί, χαίρετε νύμφες, Δήμος Δημαράτου». Η επιγραφή δεν σώζεται ολόκληρη, καθώς ένα κομμάτι έχει πέσει στη θάλασσα. Σας συστήνουμε να αποφύγετε να πάτε έως εκεί αν δεν έχετε οδηγό σας κάποιον ντόπιο που ξέρει καλά την περιοχή, καθώς απαιτεί πεζοπορία σε σημεία δύσβατα και απόκρημνα. Στη συνέχεια κατεβήκαμε από τα βουνά και επιλέξαμε να κολυμπήσουμε στην πιο «in» παραλία του νησιού, το Εμπορειό, το παλιό λιμάνι της Κάσου. Για πρώτη φορά είδαμε τόσο κόσμο σε μια παραλία του νησιού, χωρίς όμως να ενοχλεί κανείς κανέναν. Μετά το μπάνιο ανεβήκαμε στην ταβέρνα του Κίκη για το μεσημεριανό μας φαγητό. Το απογευματάκι βγήκαμε κι εμείς σαν ερασιτέχνες ψαράδες και –ω του θαύματος– επιστρέψαμε με ψαριά. Είχαμε πιάσει ένα «γουρουνόψαρο» που ήξερε να το καθαρίζει μόνο ο πιο ηλικιωμένος ψαράς, ο οποίος για καλή μας τύχη βρισκόταν την ώρα της επιστροφής μας στο λιμάνι της Μπούκας.

Το άλλο πρωί πήγαμε για καφέ στο καφενείο του Μαθαίου και τον καφέ μας τον έφτιαξε η κυρία Κούλα, μια υπερήλικη που είναι πρόσωπο κατατεθέν του νησιού. Θα αφήναμε για λίγο την Κάσο και θα πηγαίναμε «απέναντι» στα Κασονήσια, με σκοπό να κολυμπήσουμε στην παραλία «Μάρμαρα» στο νησί Αρμάθια. Στη διαδρομή με το μικρό φουσκωτό, συναντήσαμε μια θαλάσσια χελώνα που σχεδόν την αγγίξαμε. Φτάνοντας στα Αρμάθια μείναμε έκπληκτοι, γιατί βρεθήκαμε σε μια από τις πιο όμορφες και εξωτικές παραλίες της χώρας μας. Γαλαζοπράσινα νερά, λευκή άμμος από θειάφι –γι’ αυτό λέγονται και Μάρμαρα– και βράχοι στην παραλία που δημιουργούσαν μικρές σπηλιές. Από περιέργεια επιστρέφοντας στην Κάσο έψαξα στο internet για τα Αρμάθια και όλες οι ταξιδιωτικές περιγραφές, ελληνικές ή ξένες, τα παρουσίαζαν ως μια από τις καλύτερες παραλίες της Μεσογείου. Το απόγευμα κάναμε μια όμορφη βόλτα στα υπόλοιπα χωριά της Κάσου, την Αγία Μαρίνα, το Αρβανιτοχώρι, την Παναγιά και το Πόλι, καθώς και στο μοναστήρι του αγαπημένου αγίου των Κασιωτών του Αϊ Γιώργη στις Χαδιές. Το βράδυ βρεθήκαμε σε γιορτή όπου ακούσαμε την κασιώτικη λύρα, κάτι ανάμεσα σε δωδεκανησιακή και κρητική λύρα, και τις όμορφες μαντινάδες των Κασιωτών. Θυμήθηκα ένα ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης που παρουσίαζε την Κάσο και τον αείμνηστο λυράρη Σάββα Περσελή. Οι κοκκινιστοί σκάροι μας αποζημίωσαν γευστικά κι όπως όλα τα ωραία τελειώνουν κάποια στιγμή, έπρεπε κι εμείς να ετοιμαστούμε για το ταξίδι της επόμενης μέρας. Οι φίλοι που κάναμε στην Κάσο μας είπαν να ξαναπάμε στον Αύγουστο και να είμαστε και στην καθιερωμένη πια συναυλία που δίνει ο Μάριος Φραγκούλης, που έλκει την καταγωγή του από το νησί, στην Μπούκα. Υπάρχει ένα γνωμικό που λέει ότι «η Μπούκα υπάρχει πάντα στην ψυχή του κάθε Κασιώτη». Από δω και πέρα υπάρχει και στη δική μας…

Καλό σας ταξίδι!

Για περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα www.kasos.gr.


Αφήστε το σχόλιο σας.

Κατηγορία/ες: Ειδικά Θέματα - Φάκελοι