ΙΟΥΛΙΑΝΑ: Ο προπομπός της δικτατορίας του ’67
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΜΠΙΛΗΣ *
Η δεκαετία του 1960 είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους για την παγκόσμια, την ευρωπαϊκή και την ελληνική ιστορία. Σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν αυτή τη δεκαετία είναι η προεδρία του Κένεντι στις ΗΠΑ, η κρίση στον Κόλπο των Χοίρων, που λίγο έλειψε να προκαλέσει παγκόσμια πυρηνική σύρραξη, η δολοφονία του Κένεντι, η ειρηνική συνύπαρξη μετά την κρίση με πρωτοβουλία των Κένεντι και Χρουτσόφ, το ξεκίνημα του πολέμου στο Βιετνάμ, ο Μάης του ’68 και η πολιτική κρίση στη Γαλλία, το Γούντστοκ, η σεξουαλική επανάσταση κ.ά.
Οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν παγκόσμια τη δεκαετία του 1960 οδήγησαν στην κρίση αξιών και στη δημιουργία των συνθηκών για τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που ακολούθησαν τη δεκαετία του 1970 και του 1980. Ο Ψυχρός Πόλεμος είναι ο καταλύτης σε όλες τις διεργασίες που συντελούνται στην πιο ελπιδοφόρα αλλά παράλληλα πιο ματαιόδοξη δεκαετία του 20ού αιώνα.
Για την Ελλάδα η αφετηρία της δεκαετίας του ’60 είναι το 1958 (!) με το μεγάλο ποσοστό που έλαβε η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) στις βουλευτικές εκλογές, καθιστώντας τη αξιωματική αντιπολίτευση απέναντι στην ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Την περίοδο αυτή η ελληνική οικονομία επεκτείνεται μετά την ανασυγκρότησή της που είχε ήδη συμβεί στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Παράλληλα, την ίδια περίπου περίοδο, ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΟΚ και η κυβέρνηση Καραμανλή δείχνει να στρέφει τον προσανατολισμό της χώρας προς την Ευρώπη και, στο βαθμό που είναι εφικτό στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, στα Βαλκάνια. Επιλέξαμε αυτή τη χρονολόγηση γιατί πιστεύουμε ότι η διαμόρφωση των δύο αντίπαλων πολιτικών στρατοπέδων δημιουργήθηκε με τις εκλογές του 1958 και συνεχίστηκε το 1961 με την «αλλαγή φρουράς», όταν αξιωματική αντιπολίτευση έγινε η Ένωση Κέντρου (Κρεμμυδάς). Η περίοδος τελειώνει το 1967 με την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών.
Η πορεία προς τα Ιουλιανά
Στις εκλογές της 2ας Νοεμβρίου 1963 η Ένωση Κέντρου (ΕΚ) πετυχαίνει ποσοστό 42,04%, η ΕΡΕ 39%, η ΕΔΑ 14,6% και το Κόμμα των Προοδευτικών του Μαρκεζίνη 3,7%. Σύμφωνα με τους αναλυτές των εκλογικών αποτελεσμάτων, η ΕΚ είχε μεγάλη διείσδυση στους ψηφοφόρους των αστικών και μικροαστικών περιοχών, πράγμα που μας υποδεικνύει ότι τα δεδομένα στην επιλογή πολιτικού κόμματος και εκπροσώπησης έχουν αλλάξει στο ελληνικό πολιτικό τοπίο.
Ίσως να είναι αυτό που λέει ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς, ότι «η κοινωνία βγαίνει στο προσκήνιο».
Στις 9 Δεκεμβρίου του 1963, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μια προσωπικότητα που σφράγισε με θετικές και αρνητικές αποχρώσεις την προηγούμενη οκταετία, αποχωρεί από την πολιτική ζωή της χώρας και «αυτοεξορίζεται» στο Παρίσι, απ’ όπου θα γυρίσει 11 χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1974. Ο Μαρκεζίνης και το Κόμμα των Προοδευτικών αποσύρει την εμπιστοσύνη στην Ένωση Κέντρου και προκηρύσσονται εκλογές για τις 16 Φεβρουαρίου του 1964. Λίγες ημέρες πριν, στη διάρκεια του ταξιδιού του από τα Χανιά στην Αθήνα, ο Σοφοκλής Βενιζέλος πεθαίνει αιφνιδίως στο πλοίο και ο Γεώργιος Παπανδρέου μένει ο κυρίαρχος στην Ένωση Κέντρου. Οι εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964 δίνουν στην Ένωση Κέντρου ως επιστέγασμα του «Ανένδοτου Αγώνα» και της ανάγκης για μεταρρυθμίσεις το εκπληκτικό ποσοστό του 52,72%. Η ΕΡΕ με ηγέτη τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και το Κόμμα των Προοδευτικών του Μαρκεζίνη καταλαμβάνουν το 35,26% των ψήφων. Η ΕΔΑ βάζει υποψηφιότητα σε 31 περιφέρειες και επιτυγχάνει ποσοστό 12%. Στις υπόλοιπες περιφέρειες το κόμμα της Αριστεράς υποστηρίζει τους υποψηφίους της Ένωσης Κέντρου.
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τα στρατόπεδα που δημιουργήθηκαν μέσα στο Κόμμα της Ένωσης Κέντρου είναι ότι στις εκλογές του Νοεμβρίου του ’63 και του Φεβρουαρίου του ’64 εκλέγονται 74 νέοι βουλευτές, ενώ στο διάστημα από το 1950 έως το 1963 ο αντίστοιχος αριθμός ήταν μόνο 50. Αυτό το στοιχείο θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις διαφορές στις πολιτικές αντιλήψεις ανάμεσα στα στελέχη του Κέντρου που εκπροσωπούσαν τις παραδοσιακές πολιτικές και σ’ αυτούς που έχουν ενσωματώσει στον πολιτικό τους λόγο και στην πρακτική τη ριζοσπαστικοποίηση που εκφράζεται κοινωνικά με τον «Ανένδοτο» του Γεωργίου Παπανδρέου, παρότι ο Γέρος της Δημοκρατίας υποστηρίζεται από τα αστικά στρώματα και ιδεολογικά από τον ανατέλλοντα αστέρα της παράταξης, τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος θα υποστηριχθεί από τους μικροαστούς ψηφοφόρους και από ένα τμήμα των ψηφοφόρων που είχαν δώσει στην ΕΔΑ το ποσοστό του 1958.
Η απόλυτη κυριαρχία του Γεωργίου Παπανδρέου στο πολιτικό πεδίο συμπίπτει με ένα άλλο πολιτικό γεγονός. Το Μάρτιο του 1964 βασιλιάς της Ελλάδας αναλαμβάνει ο Κωνσταντίνος, λόγω του θανάτου του πατέρα του βασιλιά Παύλου. Η φημολογία της εποχής αναφέρει ότι πριν το θάνατό του ο Παύλος είχε συμβουλέψει το γιο του να «προσέχει» το Στρατό. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η βασική αλλαγή που σηματοδότησε το 1964 ήταν, όπως λέει ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος, το θέμα της ενίσχυσης της ισχύος της κυβέρνησης ως μοναδικού κέντρου εξουσίας νομιμοποιημένο από το λαό. Το πιο σημαντικό έρεισμα ισχύος που διέθεταν τα Ανάκτορα, καθώς η σύγκρουση με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και οι πρακτικές στη μετεμφυλιακή Ελλάδα είχαν αποδυναμώσει την εικόνα τους, ήταν η επιρροή στο στράτευμα. Έτσι λοιπόν ο νεαρός βασιλιάς δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να ακούσει τον πατέρα του. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1964 και ενώ υπήρχε εκατέρωθεν μια πολιτική ισορροπιών, ο βασιλιάς σε συνάντησή του με τον Αμερικανό πρέσβη Labouisse εξέφρασε την αντίθεσή του στην πολιτική που ακολουθούσε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Στήριζε, δε, την άποψή του ότι εξαιτίας του απέτυχε το σχέδιο «Acheson» και ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου στήριζε τον Μακάριο. Από την απάντηση του Labouisse διαφαίνεται ότι η αμερικανική πολιτική είχε ήδη κατασταλάξει στη σκοπιμότητα αποπομπής του Γεωργίου Παπανδρέου από την εξουσία αλλά δεν είχε ακόμη αποφασίσει για το αν μπορούσε να συμβεί εκείνη την περίοδο (Ριζάς). Οι διαφωνίες μεταξύ Κωνσταντίνου και Γεωργίου Παπανδρέου ξεκίνησαν το Σεπτέμβριο του 1964 για την αποζημίωση της βασιλομήτορος Φρειδερίκης. Την ίδια περίοδο, μετά από εισήγηση του Δόβα, αρχηγού του στρατιωτικού οίκου του βασιλιά, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πέτρος Γαρουφαλιάς, που στη συνέχεια αποτέλεσε κεντρικό πρόσωπο στις εξελίξεις, συνέταξε ένα βασιλικό διάταγμα που υπέγραψε ο Κωνσταντίνος με το οποίο ο Στρατός προσδιοριζόταν ως «βασιλικός», όπως ακριβώς συνέβαινε με την Αεροπορία και το Ναυτικό (Ριζάς). Το διάταγμα ανακλήθηκε μετά από την εισήγηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Την ίδια περίοδο, το State Department σε εκθέσεις του καταδεικνύει το ζήτημα ότι το στέμμα δεν απολάμβανε της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και άρα μια πιο επιθετική στάση ενάντια στην κυβέρνηση Παπανδρέου δεν εκρίνετο σκόπιμη.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου
Το Φεβρουάριο του 1964 ο Ανδρέας Παπανδρέου εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής Αχαΐας. Μετά από μια σημαντική ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στις ΗΠΑ, είχε έρθει μερικά χρόνια νωρίτερα και σιγά σιγά αναμείχθηκε στην κεντρική πολιτική σκηνή ως υποψήφιος βουλευτής με την Ένωση Κέντρου. Μετά τη νίκη στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου του 1964 διορίζεται υπουργός Προεδρίας της Κυβέρνησης και επιχειρεί να μειώσει όσο το δυνατό περισσότερο το βαθμό συνεργασίας της ΚΥΠ με τη CIA. Παίρνει θέση ενάντια στην πολιτική που εκφράζει ο ραδιοφωνικός σταθμός «Φωνή της Αμερικής» και είναι ουσιαστικά ο βασικός πόλος μέσα στην Ένωση Κέντρου εναντίον του δευτέρου σχεδίου «Achecon» για τη λύση του Κυπριακού Ζητήματος. Τον ίδιο χρόνο αναλαμβάνει αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού και θα φανεί με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ο ανταγωνισμός και η διαφορά πολιτικής αντίληψης με τον έτερο υποψήφιο για μελλοντική διαδοχή του Γεωργίου Παπανδρέου Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Το όνομα του Ανδρέα Παπανδρέου εμπλέκεται στην περιβόητη υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ» (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοπιστία), μιας υποτιθέμενα διευρυμένης παραστρατιωτικής οργάνωσης που είχε δημιουργηθεί ως αντίπαλο δέος στην υφιστάμενη παραστρατιωτική οργάνωση «ΙΔΕΑ», επιφανές στέλεχος της οποίας ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ο Ανδρέας Παπανδρέου παραιτήθηκε στα μέσα Νοεμβρίου του 1964 και ως πρώτη πολιτική κίνηση ήταν να ταξιδέψει στην Κύπρο και να συναντηθεί με τον Μακάριο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο εκφραστής της αλλαγής σε κοινωνικό επίπεδο και της αποδοχής ριζοσπαστικών ιδεών στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της χώρας. Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Ανδρέας Παπανδρέου υπεραμύνονταν της άποψης ότι η οικονομική πολιτική που ήθελαν για τη χώρα εκείνη την περίοδο θα αύξανε την ανταγωνιστικότητά της. Το ουσιαστικό όμως είναι ότι παρά το ότι η οικονομία δεν κινήθηκε στην κατεύθυνση της ανταγωνιστικότητας, οι οικονομικές πολιτικές του πατέρα ως πρωθυπουργού και του γιου ως αναπληρωτή υπουργού Συντονισμού είχαν στόχο τις όσο το δυνατό μεγαλύτερες κοινωνικές παροχές, ικανοποιώντας έτσι το αίτημα ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας που είχε μείνει στο περιθώριο λόγω των μετεμφυλιακών κοινωνικών συνθηκών.
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, προσπαθώντας να αιτιολογήσει τη στάση του σχετικά με τα γεγονότα του Ιουλίου, έριξε το βάρος ακριβώς σ’ αυτή την πολιτική παροχών και στην υπονόμευση της οικονομίας της χώρας, καθώς και στη στάση των Παπανδρέου στο Κυπριακό. Ο Μητσοτάκης όλη αυτή την περίοδο, στις μυστικές εκθέσεις που έκανε η CIA, κρινόταν θετικά και η μελέτη του αμερικανικού αρχειακού υλικού που εδώ και πολλά χρόνια έχει αποδεσμευτεί μας δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης βρισκόταν σε ανοιχτή γραμμή με το Παλάτι για το ενδεχόμενο αντικατάστασης του Γεωργίου Παπανδρέου με πρόσχημα τον κομουνιστικό κίνδυνο. Αυτό επέτεινε και η τοποθέτηση από τις αρχές Ιανουαρίου του 1965 στη θέση του υπουργού Εσωτερικών του Ηλία Τσιριμώκου που αποτελούσε τον παραδοσιακό αριστερό πόλο στην Ένωση Κέντρου. Όμως ο Γεώργιος Παπανδρέου για να αποφύγει τις αιτιάσεις είχε αφαιρέσει την εποπτεία των σωμάτων ασφαλείας από τον Τσιριμώκο. Παράλληλα, οι Βρετανοί πίστευαν ότι ο Μητσοτάκης θα χρησιμοποιήσει το επιχείρημα Τσιριμώκου για να διαφοροποιηθεί πολιτικά από τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η γενική αίσθηση που αφήνει η μελέτη της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Βρετανίας στις αρχές του 1965 είναι ότι, ενώ ανησυχούν για την πολιτική που εφαρμόζει ο Γεώργιος Παπανδρέου, δεν μπορούν να αγνοήσουν τη δημοφιλία του. Γι’ αυτό το λόγο η πρεσβεία των ΗΠΑ δεν θέλει την ανατροπή της κατάστασης και επιδιώκει στάση αναμονής έως το φθινόπωρο για να είναι έτοιμη η ομάδα Μητσοτάκη και να μπορεί να αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή.
Τα Ιουλιανά
Στις 13 Απριλίου του 1965 η ΕΔΑ καταθέτει στη Βουλή μια πρόταση για να συγκροτηθεί εξεταστική επιτροπή για όλα τα έργα που υπήρχε οσμή σκανδάλου στην περίοδο της τελευταίας διακυβέρνησης της χώρας από την ΕΡΕ και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Το μείζον ζήτημα αφορούσε την κακοδιαχείριση στη ΔΕΗ. Παρότι νομικά και σύμφωνα με το νόμο περί ευθύνης υπουργών τα αδικήματα είχαν παραγραφεί, ο Γεώργιος Παπανδρέου αποδέχτηκε την πρόταση της ΕΔΑ, ενώ οι δύο ισχυρές προσωπικότητες της Ένωση Κέντρου απέδωσαν τη στάση του πρωθυπουργού σε επιρροή του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Π. Κανελλόπουλος ως επικεφαλής της ΕΡΕ ζητά από τους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου την ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου και ο Γέρος της Δημοκρατίας δημοσιοποιεί απόρρητα έγγραφα του ΓΕΕΘΑ για το σχέδιο «Περικλής» που είχε ως αποτέλεσμα τη βία και τη νοθεία στις εκλογές του 1961. Το Μάιο του 1965, και συγκεκριμένα στις 19 Μαΐου, η κυβέρνηση ομολογεί την ύπαρξη της οργάνωσης «ΑΣΠΙΔΑ», αλλά το πόρισμα του πρόεδρου του αναθεωρητικού στρατοδικείου Ι. Σίμου αναφέρεται σε μία μικρή οργάνωση χαμηλόβαθμων αξιωματικών με ηγέτη το συνταγματάρχη Παπατέρπο και δραστήριο στέλεχος τον Αρ. Μπουλούκο. Σύμφωνα με τον αρχηγό του ΓΕΣ Σπαντιδάκη, η διείσδυση της οργάνωσης στο στράτευμα δεν ξεπερνούσε το 7%. Σύμφωνα με την Καθημερινή της 1ης Ιουνίου 1965 (Ριζάς σελ. 339) όσον αφορά το στρατιωτικό σκέλος και όχι το πολιτικό, υπάρχει ευθυγράμμιση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η κατάληξη των συζητήσεων στη Βουλή για το θέμα της ΔΕΗ και της Pechiney στις 17 Ιουνίου του 1965 αποτελεί την κυριότερη έκφραση, πριν την κρίση του Ιουλίου, της οξύτητας των πολιτικών παθών. Επίσης γίνεται ταυτόχρονη παραπομπή σε τακτική ανάκριση των υποθέσεων «Περικλής» και «ΑΣΠΙΔΑ». Στις 20 Ιουνίου οι Παπανδρέου δέχονται επίθεση από την εφημερίδα Ελευθερία του Κόκκα, η οποία υποστηρίζει τις θέσεις του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, λέγοντας ότι η Ένωση Κέντρου έχει καταντήσει ένα «οικογενειακό μικρομάγαζο» των Παπανδρέου και υποστηρίζει ότι θα πρέπει να αποπεμφθεί από την κυβέρνηση όχι μόνο ο Γαρουφαλιάς, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας που ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες του Παλατιού, αλλά και ο ίδιος ο Παπανδρέου. Ο Αμερικανός διπλωμάτης Anschuetz πιστεύει ότι θα πρέπει να βρεθεί μια λύση προς την κατεύθυνση που θα εξυπηρετεί τις βασιλικές θέσεις.
Η βασική αφορμή αλλά και αιτία της κορύφωσης της κρίσης μεταξύ Παπανδρέου και Κωνσταντίνου ήταν η επιδίωξη του Έλληνα πρωθυπουργού να αποπέμψει τον Γαρουφαλιά από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας και να αναλάβει ο ίδιος. Ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος αντιδρούσε σ’ αυτή την προοπτική λόγω της προαναφερόμενης επιρροής που ήθελε να ασκεί στο στράτευμα. Στις 8 Ιουλίου 1965 σε επιστολή του ο Κωνσταντίνος αναφέρεται στη «χλιαρή» διάθεση του Γεωργίου Παπανδρέου για συνεργασία. Ξεκινάει την επιστολή του από την Κέρκυρα, λέγοντας ότι η τελευταία συνεργασία μαζί του έγινε στις 5 Μαρτίου 1965 και μετά είχαν κάποιες συναντήσεις οι οποίες αφορούσαν κυρίως το Κυπριακό Ζήτημα. Το ύφος και το πνεύμα της επιστολής δεν μπορούσαν παρά να μην βρουν σκληρή απάντηση από τον Γεώργιο Παπανδρέου. Στις 9 Ιουλίου του 1965 σε απάντηση στην πρώτη επιστολή του Κωνσταντίνου, ο Γεώργιος Παπανδρέου απαντάει σε όλα τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν την πολιτική του και τις αιτιάσεις του Κωνσταντίνου αλλά επισημαίνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η κυβέρνησή του έχει την εξουσιοδότηση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού για να προχωρήσει στο έργο της. Οι ανταλλαγές επιστολών συνεχίζονται, ενώ μεταξύ 11ης και 13ης Ιουλίου έχουν πέσει στο τραπέζι κάποιες συμβιβαστικές προτάσεις. Αλλά στην τελευταία του απάντηση ο Γεώργιος Παπανδρέου αναφέρει ότι δε θα ανεχτεί την παραβίαση της λαϊκής ετυμηγορίας.
Η απάντηση του Γεώργιου Παπανδρέουστις 15 Ιουλίου του 1965 κλείνει ως εξής: «…η χώρα έχει ανάγκην ομαλότητος. Και έπραξα το παν, καθώς αποδεικνύει και η πρόσφατως ψήφισις της παραγραφής, προς παγείωσιν ομαλού πολιτικού βίου. Αλλά η ομαλότης δεν δύναται να στηριχθή ούτε επί της ηθικής μειώσεως του πρωθυπουργού, ούτε επί παραβιάσεως των αρχών της βασιλευόμενης δημοκρατίας.
»Διά τούτο με την σειράν, εν ονόματι του Έθνους και του Θρόνου, απευθύνω κι εγώ προς Υμάς Μεγαλειότατε, έκκλησιν, όπως μη επιμείνητε εις την άρνησιν, αλλά ανταποκριθήτε εις το αίτημα του νομίμου Κυβερνήτου της Χώρας. Μετά βαθείας τιμής, Γεώργιος Παπανδρέου».
Στις 7 το απόγευμα της 15ης Ιουλίου 1965 ο πρωθυπουργός ανέβηκε στα Ανάκτορα και υπέβαλε την παραίτησή του.
«- Μεγαλειότατε, εμμένω εις την χθεσινήν επιστολή μου. Ο κ. Γαρουφαλιάς θα αποπεμθή. Θα τον αντικαταστήσω εγώ ως υπουργόν Αμύνης.
»- Κύριε πρόεδρε, και εγώ εμμένω εις ό,τι σας έγραψα. Δεν αποδέχομαι την άποψίν σας.
»-Ώστε, Μεγαλειότατε, ευρισκόμεθα εν διαφωνία.
»-Δυστυχώς. Και αυτό σημαίνει ότι παραιτείσθε;
»-Βεβαιότατα. Αύριον θα σας υποβάλω εγγράφως την παραίτησιν της κυβερνήσεώς μου.
»-Δεν χρειάζεται, κύριε πρόεδρε. Μου αρκεί η προφορική υποβολή της. Θεωρώ την παραίτησίν σας ως δεδομένην από την στιγμή αυτή…»
Ο βασιλιάς δίνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον μέχρι τότε πρόεδρο της Βουλής Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, βουλευτή Ναυπακτίας, που τον ακολουθεί ένας μικρός αριθμός βουλευτών της Ένωσης Κέντρου, έχοντας διασφαλίσει και την ψήφο εμπιστοσύνης της ΕΡΕ που ηγείτο ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διστάζει προς στιγμήν να ακολουθήσει την κυβέρνηση, αλλά την επόμενη μέρα, στις 16 Ιουλίου, ορκίζεται υπουργός. Την επομένη ο Γεώργιος Παπανδρέου κατεβαίνει από το Καστρί στην Αθήνα σε πορεία με πλήθος λαού να τον ακολουθεί. Ήταν η αφετηρία μιας σειράς μεγάλων διαδηλώσεων που εξέφραζαν το λαϊκό αίσθημα και που διήρκησαν για ένα περίπου χρόνο. Στις 28 Ιουλίου του 1965 υπήρξε μία πρόταση από τους εκδότες Λαμπράκη (Το Βήμα, Τα Νέα), Βελλίδη (Θεσσαλονίκη, Μακεδονία) και Παπαγεωργίου (Αθηναϊκή) για δημιουργία κυβέρνησης με πρωθυπουργό το Στεφανόπουλο. Όμως αυτή η πρόταση δεν ευδοκίμησε. Στις 5 Αυγούστου του 1965 η κυβέρνηση Νόβα «πέφτει». Στις 14 Αυγούστου ο Στέφανος Στεφανόπουλος και ο Ηλίας Τσιριμώκος πηγαίνουν στο πλευρό των αποστατών και ο τελευταίος ορκίζεται πρωθυπουργός στις 25 του ίδιου μήνα. Η κυβέρνησή του δεν είναι βιώσιμη και στις 17 Σεπτεμβρίου ορκίζεται η νέα κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου, η οποία θα διαρκέσει με παλινωδίες έως το Δεκέμβριο του 1966, οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια, ύστερα από τη συγκατοίκηση ΕΡΕ και τμήματος της ΕΚ, προς τη λύση ενός πραξικοπήματος το οποίο και έγινε μερικούς μήνες αργότερα στις 21 Απριλίου του 1967.
Ενδεικτική βιβλιογραφία- Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, τόμος Ε΄, εκδόσεις Πατάκη, 2004.
- Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο γεγονότα και κείμενα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, Εκδοτική Αθηνών, τόμος 6.
- Γεράσιμος Καραμπελιάς, Ο ρόλος των ενόπλων δυνάμεων στην πολιτική ζωή της Τουρκίας και της Ελλάδας, Αθήνα 1998.
- Βασίλης Κρεμμυδάς, «Η κοινωνία στο προσκήνιο και τα Ιουλιανά, τα Αρχεία, η Ιστορία» και «Η κοινωνία στο προσκήνιο», άρθρα στην εφημερίδα Το Βήμα 7-8 Σεπτεμβρίου και 5-6 Οκτωβρίου 2002 αντίστοιχα.
- Κώστας Κωστής, Ο μύθος του ξένου ή η PECHINEY στην Ελλάδα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994.
- Ηλίας Νικολακόπουλος, Κόμματα και βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα 1946-1964, ΕΚΚΕ, Αθήνα 2000.
- Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, Η ταραγμένη εξαετία 1961-1967, Α΄ και Β΄ τόμος, εκδόσεις Πετρίδη, Αθήνα 1998.
- Σωτήρης Ριζάς, Η ελληνική πολιτική μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, κοινοβουλευτισμός και Δικτατορία, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008.
- Σπύρος Σακελλαρόπουλος, Τα αίτια του Απριλιανού Πραξικοπήματος, «Νέα Σύνορα»-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1998.
- Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στα σύνορα των κόσμων, Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009.
* Ο Δημήτρης Στεμπίλης είναι υποψήφιος διδάκτορας Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων.




